Ο νέος Κώδικας άλλαξε την Αυτοδιοίκηση.
Δεν αποκέντρωσε όμως ακόμη τον Δήμο.
2026 FORUM ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ | Παναγιώτης Ι. Λύρας
Κυρίες και κύριοι,
Θέλω πρώτα να συγχαρώ τους διοργανωτές του Forum Πελοποννήσου για την πρωτοβουλία να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση. Μια συζήτηση που αποκτά αξία όταν οι προβληματισμοί μας γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις για τους τόπους και τους ανθρώπους μας.
Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον οικοδεσπότη μας, τον φίλο Δήμαρχο Σπάρτης, Μιχάλη Βακαλόπουλο.
Φίλε Δήμαρχε, χαίρομαι που βρισκόμαστε σήμερα στη Σπάρτη, σε μια διοργάνωση που δίνει χώρο στη συνάντηση, στη συνεργασία και στον ουσιαστικό διάλογο που αφορά τις πόλεις, τα χωριά και τους ανθρώπους μας. Εσύ και οι συνεργάτες σου, αιρετοί και μη, αξίζουν την αναγνώρισή μας και τα συγχαρητήριά μας. Επίσης, φίλε Ηλία, σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία και συγχαρητήρια για όλα και κυρίως για αυτά που κάνουν μια πρωτοβουλία να πετύχει.
Σήμερα θέλω να καταθέσω την εμπειρία της Κοινότητας. Την καθημερινότητα του αιρετού που συναντά τον πολίτη στον δρόμο, στην πλατεία, στη γειτονιά και καλείται να του απαντήσει.

Και ξεκινώ με ένα ερώτημα:
Μπορούμε να μιλάμε για ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση, όταν ο πλησιέστερος στον πολίτη θεσμός παραμένει ο λιγότερο ισχυρός;
Ο νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης αποτελεί πλέον νόμο του κράτους. Η συγκέντρωση και συστηματοποίηση ενός πολυδαίδαλου νομοθετικού πλαισίου είναι σημαντικό βήμα μεταρρύθμισης. Υπάρχουν θετικές προβλέψεις που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε.
Ένας Κώδικας, όμως, κρίνεται τελικά στην πράξη. Στο αν διευκολύνει τη ζωή του πολίτη. Στο αν ενισχύει τη συμμετοχή του. Στο αν εκείνος που εκλέγεται για να τον εκπροσωπήσει διαθέτει και τα μέσα για να ανταποκριθεί.
Εδώ βρίσκεται μια διαχρονική αντίφαση:
Αποκεντρώσαμε αρμοδιότητες από το κράτος προς τους Δήμους, αλλά συγκεντρώσαμε εξουσίες μέσα στους ίδιους τους Δήμους.
Με τον «Καποδίστρια» και τον «Καλλικράτη» δημιουργήσαμε μεγαλύτερες διοικητικές μονάδες, επιδιώκοντας αποτελεσματικότητα και οικονομίες κλίμακας.
Όσο, όμως, μεγάλωνε ο Δήμος, τόσο περισσότερο χρειαζόταν ένας ισχυρός θεσμός εγγύτητας που θα διατηρούσε την επαφή με κάθε χωριό και κάθε γειτονιά.
Αυτός ο θεσμός είναι η Δημοτική Κοινότητα.
Γι’ αυτό η συζήτησή μας πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα: ποιος την εκπροσωπεί και τι πραγματικά μπορεί να αποφασίσει γι’ αυτήν;
Ξεκινώ από την εκλογή.
Η ανεξάρτητη εκλογή των Προέδρων και των Συμβουλίων των Κοινοτήτων αποτελεί διαχρονικό αίτημα πολλών αιρετών.
Η τοπική κοινωνία πρέπει να μπορεί να επιλέγει τους εκπροσώπους της χωρίς η υποψηφιότητά τους να εξαρτάται υποχρεωτικά από την ένταξη στον συνδυασμό ενός υποψήφιου Δημάρχου.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει προσφέρει μια ολόκληρη ζωή στο χωριό του. Να γνωρίζει κάθε δρόμο, κάθε οικογένεια, κάθε ανάγκη. Να έχει την εμπιστοσύνη των συγχωριανών του, αλλά να μην επιθυμεί να ενταχθεί σε δημοτικό συνδυασμό.
Γιατί αυτή η επιλογή να αποτελεί εμπόδιο στην προσφορά του;
Η ανεξάρτητη εκλογή μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση του εκπροσώπου και να στηρίξει μια συνεργασία με τον Δήμο βασισμένη στην εμπιστοσύνη και στον αμοιβαίο σεβασμό.
Η Κοινότητα δεν είναι εκλογικό παράρτημα του Δημαρχείου. Είναι μια κοινωνία με ιστορία, ταυτότητα και δικαίωμα στη δική της φωνή.
Στο ίδιο πλαίσιο θέτω και τη μείωση των κοινοτικών συμβούλων.
Στην Καλαμάτα, στην Κοινότητα της οποίας έχω την τιμή να προεδρεύω, από δεκαπενταμελές Συμβούλιο οδηγούμαστε σε εννεαμελές.
Έξι λιγότεροι αιρετοί. Έξι λιγότερες δυνατότητες συμμετοχής.
Τι ακριβώς εξοικονομεί η Πολιτεία περιορίζοντας ανθρώπους που προσφέρουν χωρίς αντιμισθία;
Ασφαλώς, ένα μικρότερο Συμβούλιο μπορεί να λειτουργεί ευκολότερα. Η αποτελεσματικότητα, όμως, εξαρτάται και από την οργάνωση, τη συνεργασία και τους κανόνες λειτουργίας. Και μετριέται με τη συμμετοχή, τη γνώση της γειτονιάς, την ανάληψη της δημόσιας ευθύνης, το παράδειγμα, τον εθελοντισμό!
Ας στηρίξουμε, λοιπόν, αυτή την άμισθη προσφορά και με έναν ειδικό πρότυπο κανονισμό για τα κοινοτικά συμβούλια, προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους.
Σε μια εποχή που αναζητούμε τρόπους να φέρουμε τους πολίτες στα κοινά, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν περιορίζουμε τις θέσεις από τις οποίες μπορούν να προσφέρουν.
Αλλά οι Κοινότητες δεν είναι μόνο ένα ζήτημα εκλογικών κανόνων. Είναι ζωντανές κοινωνίες. Και πολλές από αυτές αγωνίζονται σήμερα για να παραμείνουν ζωντανές.
Έχω υποστηρίξει δημόσια ότι οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι δεν μπορούν να περιορίζονται στον ρόλο μιας επιτροπής πανηγυριών. Η προσφορά τους είναι πολύτιμη. Κρατούν την παράδοση, ενώνουν γενιές, διατηρούν δεσμούς με τον τόπο.
Ας σκεφτούμε, όμως, την επόμενη ημέρα.
Όταν φύγει η ορχήστρα.
Όταν μαζευτούν τα τραπέζια και σβήσουν τα φώτα της πλατείας.
Όταν οι επισκέπτες επιστρέψουν στις πόλεις.
Ποιος μένει πίσω;
Ο ηλικιωμένος που ζει μόνος. Ο αγρότης που δυσκολεύεται να φτάσει στο χωράφι του. Η οικογένεια που αναρωτιέται αν θα μπορέσει να συνεχίσει να ζει εκεί. Ο νέος που θέλει να επιστρέψει, αλλά δεν βρίσκει εργασία ή τις αναγκαίες υπηρεσίες.
Μένουν και οι άνθρωποι που αγωνίζονται καθημερινά για τον τόπο τους. Ανάμεσά τους, ο Πρόεδρος και οι σύμβουλοι της Κοινότητας.
Δεν αρκεί να κρατάμε ζωντανά τα χωριά μας για μια νύχτα τον Αύγουστο, όταν αφήνουμε χωρίς ουσιαστική φωνή τους ανθρώπους που αγωνίζονται γι’ αυτά όλο τον χρόνο.
Εδώ συνδέεται το δημογραφικό με την Αυτοδιοίκηση: στις συνθήκες ζωής, στην πρόσβαση στις υπηρεσίες, στη δυνατότητα μιας οικογένειας να μείνει και ενός νέου να επιστρέψει.
Η Κοινότητα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, σε συνεργασία με τον Δήμο, την Περιφέρεια, τους συλλόγους και τους κατοίκους.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γεμίζουν οι πλατείες τον Δεκαπενταύγουστο. Είναι να μη μένουν άδειες τον Δεκέμβριο.
Γι’ αυτό έχει σημασία και η συμμετοχή των πολιτών.
Ο νέος Κώδικας προβλέπει συνελεύσεις κατοίκων για Κοινότητες έως δύο χιλιάδες κατοίκους. Η ανάγκη, όμως, να ακουστεί ο πολίτης δεν εξαφανίζεται μόλις ξεπεραστεί ένα πληθυσμιακό όριο.
Στις μεγαλύτερες Κοινότητες, όπως η Καλαμάτα, προτείνω να κατοχυρωθούν συνελεύσεις ανά γειτονιά, με συγκεκριμένα θέματα, καταγραφή προτάσεων και υποχρέωση εξέτασής τους.
Αντίστοιχα, ο εκλογέας που επιλέγει την ηλεκτρονική ψήφο μπορεί να ψηφίσει για τον Δήμο και την Περιφέρεια, αλλά όχι για τα όργανα της Κοινότητάς του.
Αυτό χρειάζεται επανεξέταση. Με τις απαραίτητες εγγυήσεις ασφάλειας και μυστικότητας, ο εκσυγχρονισμός της δημοκρατικής διαδικασίας πρέπει να φτάνει μέχρι την Κοινότητα.
Κυρίες και κύριοι,
ο νέος Κώδικας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στις Κοινότητες. Περιλαμβάνει αρμοδιότητες, διαδικασίες λειτουργίας, Γραφεία Κοινοτήτων και δυνατότητες συμμετοχής. Περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις για την πάγια προκαταβολή και την καταστατική θέση των Προέδρων.
Αυτά έχουν αξία. Εκείνο που πρέπει να εξετάσουμε είναι αν αρκούν για να αντιμετωπίσουμε τις καθημερινές ανάγκες.
Ο πολίτης απευθύνεται στον Πρόεδρο για τον δρόμο, το νερό, τον φωτισμό, το κοιμητήριο, την καθαριότητα.
Στα μάτια του πολίτη, ο Πρόεδρος είναι ο Δήμος.
Ο Πρόεδρος γνωρίζει το πρόβλημα. Συχνά, όμως, δεν διαθέτει την αναγκαία αρμοδιότητα, τη χρηματοδότηση ή τη διοικητική υποστήριξη για να το λύσει. Και τότε περιορίζεται στο να μεταφέρει αιτήματα και να αναζητά απαντήσεις.
Η ευθύνη φτάνει μέχρι την πόρτα του. Η δυνατότητα να δώσει λύση συχνά σταματά πριν από αυτήν.
Υπάρχουν ήδη αποφασιστικές αρμοδιότητες. Χρειάζονται διεύρυνση και πρακτική υποστήριξη. Γι’ αυτό καταθέτω έξι συγκεκριμένες προτάσεις.
Πρώτον, έναν ισχυρότερο πυρήνα αποφασιστικών αρμοδιοτήτων.
Περισσότερες μικρές τοπικές υποθέσεις να μπορούν να επιλύονται στην Κοινότητα: συντηρήσεις, παρεμβάσεις σε κοινόχρηστους χώρους, ανάγκες της καθημερινότητας. Με σαφή οικονομικά όρια και έλεγχο νομιμότητας.
Δεν χρειάζεται κάθε παγκάκι μιας Κοινότητας να αποτελεί υπόθεση του κεντρικού Δήμου.
Δεύτερον, διακριτή και πραγματική χρηματοδότηση μέσα στον προϋπολογισμό του Δήμου.
Με αντικειμενικά κριτήρια: πληθυσμό, έκταση, ορεινότητα, νησιωτικότητα και πραγματικές ανάγκες. Με λειτουργική –επιτέλους -πάγια προκαταβολή και ουσιαστική συμμετοχή της Κοινότητας στον σχεδιασμό του τεχνικού προγράμματος.
Γιατί αρμοδιότητα χωρίς πόρο είναι υπόσχεση.
Τρίτον, εφαρμογή και ενίσχυση της υποχρέωσης απάντησης.
Ο Κώδικας ήδη προβλέπει ενημέρωση της Κοινότητας μέσα σε έναν μήνα για τις προτάσεις και τις γνώμες της. Ζητούμε να τηρείται αυτή η υποχρέωση, με σαφή αιτιολόγηση και ενημέρωση για την πορεία κάθε θέματος.
Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν κάτι θα γίνει, γιατί δεν μπορεί να γίνει ή πότε μπορεί να προχωρήσει.
Η θεσμική αξιοπρέπεια αρχίζει από την απάντηση.
Τέταρτον, ουσιαστική συμμετοχή των Προέδρων στα όργανα του Δήμου.
Στο Δημοτικό Συμβούλιο προβλέπεται ήδη συμμετοχή με ψήφο για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την Κοινότητά τους. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να διασφαλίζεται στην πράξη: έγκαιρη πρόσκληση, πρόσβαση στις εισηγήσεις και χρόνος προετοιμασίας.
Χρειάζεται επίσης ενίσχυση της παρουσίας τους στη Δημοτική Επιτροπή όταν εξετάζονται ζητήματα της Κοινότητάς τους με ψήφο.
Η τοπική γνώση πρέπει να ακούγεται πριν ληφθεί η απόφαση.
Πέμπτον, Γραφείο Κοινότητας με πραγματικό περιεχόμενο.
Όπου το δικαιολογούν οι συνθήκες, να αποτελεί λειτουργικό σημείο επαφής του πολίτη με τον Δήμο. Με διοικητική υποστήριξη, ψηφιακή πρόσβαση και δυνατότητα εξυπηρέτησης βασικών αιτημάτων.
Η ψηφιακή εποχή μπορεί να φέρει τις υπηρεσίες πιο κοντά στον πολίτη. Ας αξιοποιήσουμε την Κοινότητα για να το πετύχουμε.
Έκτον, αξιολόγηση της εφαρμογής του Κώδικα σε συγκεκριμένο χρόνο.
Πόσες αποφάσεις υλοποιήθηκαν; Πόσο χρόνο χρειάστηκαν; Πόσες πάγιες προκαταβολές ενεργοποιήθηκαν; Πόσες συνελεύσεις κατοίκων έγιναν; Πόσο ουσιαστικά συμμετείχαν οι Πρόεδροι στις αποφάσεις;
Αυτά πρέπει να μετρήσουμε, μαζί με την απορρόφηση χρημάτων και την εκτέλεση έργων. Για να ξέρουμε αν η μεταρρύθμιση έφτασε μέχρι τον πολίτη.
Υπάρχει, τέλος, ένα ζήτημα που αφορά όλες αυτές τις προτάσεις: ποιος εκπροσωπεί συλλογικά τις Κοινότητες εκεί όπου διαμορφώνεται η πολιτική γι’ αυτές;
Οι Πρόεδροι αποτελούν ένα μεγάλο σώμα αιρετών. Χρειάζονται κατοχυρωμένη δυνατότητα να εκφράζουν τις ιδιαίτερες ανάγκες του θεσμού τους.
Προτείνω ένα πανελλαδικό σύστημα εκπροσώπησης, με εκπροσώπους εκλεγμένους από τους ίδιους, σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.
Με θεσμική συμμετοχή στην ΚΕΔΕ ή με ειδικό εθνικό όργανο διαλόγου με το Υπουργείο Εσωτερικών. Και με υποχρεωτική διαβούλευση όταν νομοθετούνται ζητήματα που αφορούν τις Κοινότητες.
Οι Κοινότητες δεν ζητούν να μιλούν αντί των Δήμων. Ζητούν να μη μιλούν πάντοτε οι άλλοι αντί γι’ αυτές.
Αυτός ο διάλογος πρέπει να έχει συνέχεια: με το Υπουργείο, την ΚΕΔΕ, τις Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων και εκλεγμένους εκπροσώπους των Προέδρων. Με χρονοδιάγραμμα, αξιολόγηση και συγκεκριμένες διορθωτικές προτάσεις.
Κυρίες και κύριοι,
η ισχυρή Κοινότητα είναι πολύτιμος συνεργάτης του Δήμου. Του προσφέρει γνώση του τόπου, επαφή με τον πολίτη και δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης.
Αυτό, άλλωστε, είναι το ζητούμενο: ένας Δήμος που μπορεί να ακούει και να ανταποκρίνεται σε ολόκληρη την έκτασή του.
Ο νέος Κώδικας έκανε ένα σημαντικό βήμα. Το επόμενο πρέπει να φτάσει μέσα στον ίδιο τον Δήμο.
Γιατί ο πολίτης, όταν περιμένει να αποκατασταθεί μια βλάβη, δεν ενδιαφέρεται ποιο γραφείο έχει την αρμοδιότητα. Ενδιαφέρεται να λειτουργήσει ο Δήμος του.
Και ο αιρετός που βρίσκεται δίπλα του πρέπει να μπορεί να συμβάλει στη λύση — και να λογοδοτεί γι’ αυτήν.
Η Αυτοδιοίκηση δεν μετριέται από την απόσταση του Δημαρχείου από το Υπουργείο. Μετριέται από την απόσταση του πολίτη από την απόφαση.
Όσο αυτή η απόσταση παραμένει μεγάλη, η μεταρρύθμιση παραμένει ανολοκλήρωτη.
Ας κάνουμε, λοιπόν, το επόμενο βήμα από κάτω προς τα πάνω. Από την Κοινότητα προς τον Δήμο. Με εμπιστοσύνη στις τοπικές κοινωνίες και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Αυτοδιοίκηση χωρίς Κοινότητες είναι μισή Αυτοδιοίκηση.
Σας ευχαριστώ.
